Εργαζόμενοι και Εργασία στη Κεντρική Μακεδονία: Ανθεκτικότητα, Επισφάλεια και Επαγγέλματα στη μετα-πανδημική εποχή

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

10/9/21

Εργαζόμενοι και Εργασία στη Κεντρική Μακεδονία:

Ανθεκτικότητα, Επισφάλεια και Επαγγέλματα στη μετα-πανδημική εποχή

Παρουσιάστηκε σήμερα από το Ινστιτούτο Εργασίας της ΓΣΕΕ το Ά μέρος της μελέτης με τίτλο «Εργαζόμενοι και Εργασία στη Κεντρική Μακεδονία: Ανθεκτικότητα, Επισφάλεια και Επαγγέλματα στη μετα-πανδημική εποχή».

Μεταξύ άλλων παρουσιάστηκαν σημαντικά εργασιακά και μακρό-οικονομικά μεγέθη της Κεντρικής Μακεδονίας σε σύγκριση με την υπόλοιπη χώρα.  Συγκεκριμένα, η ανάλυση χρησιμοποίησε δεδομένα για τη συνολική και ανά κλάδο απασχόληση, την ανεργία, και τις δύο κύριες μορφές ευέλικτης απασχόλησης (μερική και προσωρινή). Επιπρόσθετα, μελετήθηκαν και αποτυπώθηκαν οικονομικοί δείκτες (εθνικό και κατά κεφαλήν ΑΕΠ, αριθμός επιχειρήσεων, και ακαθάριστες επενδύσεις παγίου κεφαλαίου) καθώς και κοινωνικοί δείκτες (εισόδημα νοικοκυριών, κίνδυνος φτώχειας). Τέλος, παρουσιάστηκαν οι μισθοί των εργαζομένων ανά κλάδο τόσο για την τυπική απασχόληση όσο και για τις ευέλικτες μορφές.

Τα βασικά συμπεράσματα της μελέτη αποτυπώνονται ως εξής:
Α) Η Κεντρική Μακεδονία και οι αγορές εργασίας της: Τα κύρια χαρακτηριστικά και η έλλειψη ανθεκτικότητας εν μέσω κρίσης.

  • Η περιφέρεια συγκεντρώνει σημαντικό μέρος του εθνικού εργατικού δυναμικού στη βιομηχανία και τον πρωτογενή κλάδο. Στο εσωτερικό της, ως μέγεθος το 2020, κυριαρχούν οι εργαζόμενοι στο εμπόριο, ενώ ακολουθούν οι δυο προαναφερθέντες κλάδοι.
  • Αντιμετωπίζει χρόνια προβλήματα ανεργίας τα οποία προϋπήρχαν της περιόδου αναφοράς της έρευνας (2009-20). Κατέχει διαχρονικά από τα υψηλότερα ποσοστά ανέργων στη χώρα και φαίνεται να αντιμετωπίζει φανερή αδυναμία αναπροσαρμογής προς μία κατεύθυνση ανακοπής των απωλειών θέσεων εργασίας.
  • Παρουσιάζει διαχρονικά αναιμική επενδυτική δραστηριότητα και εξαιρετικά χαμηλό αριθμό επιχειρήσεων συγκριτικά με τον πληθυσμό της.
  • Παρά την ευμεγέθη αγορά εργασίας της και τη σημασία του αστικού κέντρου της Θεσσαλονίκης, δεν κατατάσσεται ανάμεσα στις ελληνικές περιφέρειες με υψηλό συνολικό και κατά κεφαλήν ΑΕΠ. Αντιθέτως, βρίσκεται περίπου στο 80% του εθνικού μέσου (και στο 50% του μέσου περιφερειακού ΑΕΠ στην ΕΕ το 2019).
  • Η περιφέρεια δέχτηκε ισχυρότατο πλήγμα με την έναρξη της οικονομικής κρίσης του 2008/09. Αττική και Πολεοδομικό Συγκρότημα Αθηνών επιδεικνύουν σημαντικά μεγαλύτερη ανθεκτικότητα στις αγορές εργασίας τους συγκριτικά με την Κεντρική Μακεδονία και το Πολεοδομικό Συγκρότημα Θεσσαλονίκης. Αυτό αποτυπώνεται τόσο στην εκτίναξη των ποσοστών ανεργίας, όσο και στην απώλεια μεγάλου μέρους του ΑΕΠ. Σε αυτά τα μεγέθη, η Κεντρική Μακεδονία παρουσιάζει ρυθμούς μεταβολής εντονότερους των αντίστοιχων εθνικών μέσων.
  • Μάλιστα, η κρίση φαίνεται να επιδρά δυσανάλογα περισσότερο στους σημαντικότερους κλάδους της περιφέρειας (εμπόριο, βιομηχανία, πρωτογενής τομέας). Παράλληλα, η κατάρρευση στις κατασκευές, η οποία καταγράφεται σε όλες τις ελληνικές περιφέρειες, παίρνει εντονότερο χαρακτήρα εκεί.

Β) Η Κεντρική Μακεδονία στην πορεία προς την πανδημία: Η αναιμική ανάκαμψη ανατρέπεται από τη σφοδρότητα της υγειονομικής κρίσης.

  • Η περιφέρεια επιδεικνύει ανάκαμψη των μεγεθών απασχόλησής και ΑΕΠ που ξεπερνά τη μέση εθνική τάση κατά την περίοδο 2014-20. Μάλιστα, αυτό το επιτυγχάνει χωρίς να κεφαλαιοποιήσει τη ραγδαία ανάπτυξη του αστικού τουρισμού, όπως αυτή καταγράφηκε στην έτερη μητροπολιτική περιφέρεια της Αττικής.
  • Παρά τη σχετική ανάκαμψη των οικονομικών μεγεθών και της απασχόλησης, το μερίδιο πληθυσμού σε κίνδυνο φτώχειας στην περιφέρεια διογκώνεται σταθερά, διαγράφοντας αντίθετη πορεία από το αντίστοιχο μερίδιο σε εθνική κλίμακα αλλά και στην Αττική.
  • Ως εκ τούτου, η πανδημική κρίση βρήκε την Κεντρική Μακεδονία σε επισφαλή θέση, ευρισκόμενη στο επίκεντρο της διασποράς του ιού για εκτεταμένα χρονικά διαστήματα.
  • Το ποσοστό πληθυσμού σε κίνδυνο φτώχειας αναμένεται να αυξηθεί το 2021 καθώς η αναστολή της οικονομικής δραστηριότητας είχε σημαντικές επιπτώσεις σε πολλά κομμάτια του πληθυσμού, ειδικά στα φτωχότερα τμήματα.

Γ) Η εργασιακή ευελιξία στην Κεντρική Μακεδονία: Εξάπλωση του φαινομένου με επισφάλεια και χαμηλές αμοιβές.

  • Οι ευέλικτες μορφές απασχόλησης—και κυρίως η μερική απασχόληση—εδραιώνονται με σταθερό ρυθμό στην περιφέρεια. Κατά τη φάση της ανάκαμψης (2014-19) οι ευέλικτες συμβάσεις ανάγονται σε κεντρική επιλογή για τους εργοδότες, αν και η τάση αυτή καταγράφεται εντονότερα στην Αττική.
  • Η πανδημία φαίνεται να λειτουργεί ανασχετικά όσον αφορά την εξάπλωση αυτών των μορφών απασχόλησης.
  • Αν και οι απολαβές της πλήρους και μόνιμης απασχόλησης κρίνονται ως χαμηλές στην περιφέρεια (αισθητά χαμηλότερες μάλιστα σε σχέση με την Αττική), οι μισθοί για μερική και προσωρινή απασχόληση κυμαίνονται αρκετά πιο κάτω και οδηγούν σημαντικός μέρος του εργατικού δυναμικού στην Κεντρική Μακεδονία αλλά και στη χώρα στα όρια της φτώχειας.
  • Είναι χαρακτηριστικό πως στους κλάδους της περιφέρειας με καλές απολαβές για πλήρη απασχόληση, όπως η βιομηχανία και ο δημόσιος τομέας, οι αμοιβές για τη μερική απασχόληση βρίσκονται στον αντίποδα. Έτσι, παρατηρείται μια πόλωση του εργατικού δυναμικού εκεί μεταξύ ενός κεντρικού πυρήνα απασχολούμενων και μιας δεξαμενής—κακοπληρωμένου—ευέλικτου ή/και περιστασιακού προσωπικού.
  • Ως εκ τούτου, δεν αποτελεί έκπληξη πως η πλειοψηφία των ευέλικτα απασχολουμένων δηλώνουν πως θα επιθυμούσαν πιο σταθερή/πλήρη απασχόληση, και ειδικά όσοι εργάζονται ως προσωρινό προσωπικό. Η δυσφορία του κόσμου της εργασίας ως προς την εργασιακή ευελιξία είναι πιο διαδεδομένη μάλιστα στην Κεντρική Μακεδονία σε σχέση με την Αττική και την υπόλοιπη χώρα.

                                                                                          ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ