ΟΜΙΛΙΑ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΓΣΕΕ ΣΤΗ ΣΥΝΔΙΑΣΚΕΨΗ ΤΗΣ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΣΥΝΔΙΚΑΤΩΝ ΜΕ ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΤΙΚΟ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ

  • 173 Views
  • 0 Like

«Ο Κόσμος της Εργασίας σε Μετάβαση»

Βρυξέλλες, 27-29 Ιουνίου 2018

· Αγαπητοί φίλοι και φίλες, θα ήθελα να θέσω στη συζήτηση μας και το δικό μου προβληματισμό για το θέμα μας, που δεν είναι άλλο από τις μεγάλες αλλαγές στην εργασία, για τις δυνάμεις που προσδιορίζουν την μετάβαση του κόσμου της εργασίας σε ένα νέο αβέβαιο μέλλον, και ποιες είναι οι προκλήσεις για εμάς που βλέπουμε το μέλλον της εργασίας μέσα από την οπτική των Συνδικάτων.

· Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η οργάνωση και η δομή της εργασίας, και κατά προέκταση η αγορά εργασίας, βρίσκονται σε διαδικασία μετασχηματισμού, κάτω από τις ισχυρές πιέσεις τις νέο-φιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, αλλά και των εκτεταμένων διαδικασιών αυτοματοποίησης και ψηφιοποίησης. Πρέπει όμως να σημειώσουμε με έμφαση τα εξής ζητήματα.

· Η παγκοσμιοποίηση δεν έφερε σε καμία περίπτωση την αύξηση της παγκόσμιας ευημερίας που υπόσχονταν οι θιασώτες των ελευθέρων αγορών και του διεθνούς ανταγωνισμού. Αντίθετα αυτό που παρατηρούμε είναι η αύξηση του βαθμού συγκέντρωσης του πλούτου, της οικονομικής και πολιτική ισχύος των ελίτ που ελέγχουν πλέον την παγκόσμια οικονομία, καθώς επίσης και τους μηχανισμούς δημιουργίας και κατανομής του παγκόσμιου πλούτου.

· Δεν θα ήταν υπερβολή ο ισχυρισμός ότι η παγκοσμιοποίηση ολοκλήρωσε τον έλεγχο του κεφαλαίου πάνω στην εργασία, στους διαθέσιμους πόρους και στο περιβάλλον που άρχισε με την Βιομηχανική Επανάσταση και απογειώθηκε στη σημερινή φάση του παρασιτικού καπιταλισμού, του καπιταλισμού της προσόδου, της κερδοσκοπίας, και τις επιδεικτικής κατανάλωσης. Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να δούμε μια σειρά από σύγχρονα φαινόμενα όπως την πολύ υψηλή ανεργία, την αποδόμηση των εργασιακών σχέσεων, την οικονομική ανισότητα, τη φτώχεια, την καταστροφή του περιβάλλοντος, την αύξηση του λαϊκισμού και των ακροδεξιών κινημάτων, την υπονόμευση των θεσμών της δημοκρατίας.

· Η υψηλή ανεργία και η φτώχεια άλλαξαν δραματικά τη διανομή της κοινωνικής δύναμης σε βάρος της εργασίας, και αυτό είχε αρνητικές συνέπειες στις συνθήκες εργασίας, στην προστασία της απασχόλησης, στην προστασία των ανέργων. Είναι αξιοσημείωτη η αλλαγή που έχουν συμβεί στις συμβάσεις εργασίας με την δραματική αύξηση της μερικής απασχόλησης και της εργασιακής ανασφάλειας.

· Οι προαναφερόμενες οικονομικές και κοινωνικές εξελίξεις είναι όμως σε μεγάλο βαθμό και αποτέλεσμα της αποτυχίας της νεοφιλελεύθερης ορθοδοξίας, η οποία προσδιόρισε την άσκηση οικονομικής και αναπτυξιακής πολιτικής τις τελευταίες δεκαετίες. Η δημοσιονομική και εισοδηματική λιτότητα και οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που απορυθμίζουν τις αγορές, και κυρίως την αγορά εργασίας προσδιορίζουν το πλαίσιο της ασκούμενης οικονομικής πολιτικής. Η πολιτική της εσωτερικής υποτίμησης κατέστησε τους μισθούς, τις συντάξεις και τις κοινωνικές παροχές, δηλαδή την ευημερία των εργαζομένων και των συνταξιούχων, σε μείζονα μεταβλητή της οικονομικής προσαρμογής. Ωστόσο, η επίτευξη αυτού του στόχου προϋπέθετε την αποσάθρωση των δικαιωμάτων των εργαζομένων και την αποδυνάμωση των συνδικάτων.

· Η εφαρμογή πολιτικών λιτότητας έχει προκαλέσει μεγάλες αλλαγές στη διανομή του εισοδήματος οξύνοντας την οικονομική ανισότητα σε ποσοστά που δημιουργούν πολύ υψηλό κοινωνικό και πολιτικό ρίσκο αστάθειας, με αρνητικές συνέπειες στην δημοκρατία. Επιπλέον, η εφαρμογή πολιτικών λιτότητας έχει προκαλέσει όξυνση όχι μόνο της κοινωνικής πόλωσης αλλά και της εθνικής πόλωσης καθώς λαμβάνει χώρα στην Ευρώπη μια διαδικασία αναδιάρθρωσης όπου η θέση των χωρών του Βορρά έχει ενισχυθεί, ενώ η παραγωγική δομή των χωρών του Νότου έχει εξασθενήσει και συρρικνωθεί. Η παραγωγική αυτή ανισορροπία δημιουργεί προϋποθέσεις ανάπτυξης συνθηκών μελλοντικών κρίσεων, αφού χωρίζει την ΕΕ σε πλεονασματικές και ελλειμματικές χώρες, με τις τελευταίες να εγκλωβίζονται σε διαχρονική λιτότητα και παραγωγική αποσάθρωση για να διατηρήσουν την αξιοπιστία τους στις αγορές, εξαιτίας της έλλειψης ενδογενών χρηματοδοτικών μηχανισμών εξισορρόπησης των εξωτερικών τους ισοζυγίων.

· Η ανησυχία μας για τα φαινόμενα αυτά ενισχύεται και από τις συνέπειες της λεγόμενης «4ης Βιομηχανικής Επανάστασης». Πράγματι όμως μπορούμε να μιλάμε για ένα νέο τεχνικό-οικονομικό πρότυπο παραγωγής; Για μια νέα τεχνολογική επανάσταση; Ποιες είναι οι υλικές και κοινωνικές προϋποθέσεις του συντελούμενου μετασχηματισμού; Και ποιο είναι το ιδεολογικό φορτίο του αφηγήματος περί του «τέλους της εργασίας»; Μια σειρά από μελέτες δείχνουν ότι η εισοδηματική ανισότητα σχετίζεται λιγότερο με τις τεχνολογικές καινοτομίες και περισσότερο με τις οργανωτικές καινοτομίες που εφαρμόζουν μεγάλες εταιρίες όπως η υπεργολαβία, το φραντσάιζινγκ και οι αλυσίδες εφοδιασμού, προκαλώντας μεγάλες ρωγμές στη βασική σχέση εργοδότη-εργαζομένου, και στην παραγωγή, με αποτέλεσμα την καταρράκωση των μισθών και των συνθηκών εργασίας.

· Οι εξελίξεις αυτές εγείρουν σοβαρές ανησυχίες και απαιτούν ουσιαστικό προβληματισμό των συνδικάτων για το μέλλον της εργασίας και των εργαζομένων. Ο προβληματισμός γίνεται ακόμη πιο σύνθετος αν προσπαθήσουμε να απαντήσουμε στο εξής ερώτημα: η ψηφιοποίηση, ως βασικός άξονας της τεχνολογικής προόδου, θα οδηγήσει και σε κοινωνική πρόοδο; Θα γίνει το μέσο για την εξέλιξη των σημερινών κοινωνιών σε ένα υψηλότερο επίπεδο ευημερίας, πολιτισμού, ελευθερίας και δημοκρατίας; Για τα συνδικάτα το ερώτημα αυτό είναι μείζονος σημασίας, καθώς η απάντηση του εξαρτάται από τις επιπτώσεις της ψηφιακής επανάστασης στις εργασιακές σχέσεις, στην προστασία των εργασιακών δικαιωμάτων, στην διανομή της ευημερίας που θα δημιουργήσει η εφαρμογή των νέων τεχνολογιών.

· Τα συνδικάτα πρέπει να υπερασπιστούν τα θετικά της νέας τεχνολογικής επανάστασης, αλλά απορρίπτοντας την οπτική του τεχνολογικού ντετερμινισμού που συνοδεύει ένα μεγάλο μέρος της δημόσιας συζήτησης για το θέμα αυτό, η οποία σκοπίμως αφήνει την προστασία και το μέλλον της εργασίας στην τύχη της τεχνολογικής εξέλιξης, δηλαδή στις επιθυμίες του ιδιωτικού κέρδους.

· Πρέπει να αξιοποιήσουμε την ψηφιακή επανάσταση με τρόπο τέτοιο ώστε να αντιμετωπιστούν οι οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες, η προστασία του περιβάλλοντος, οι αρνητικές οικονομικές συνέπειες της γήρανσης του πληθυσμού. Συνεπώς η συζήτηση για το νέο τεχνικό-οικονομικό πρότυπο δεν πρέπει να περιοριστεί μόνο στα θέματα της τεχνολογικής αλλαγής και των συνεπειών της, αλλά πρέπει να επεκταθεί στα ουσιαστικά ζητήματα της πολιτικής και της δημοκρατίας που αποτελούν και τους θεμελιακούς οδηγούς της οικονομικής και κοινωνικής προόδου. Το ερώτημα που πρέπει όλοι μας να απαντήσουμε είναι πως μπορούμε να προσφέρουμε στους εργαζόμενους, σε όλους τους ανθρώπους, καλύτερες συνθήκες ζωής, με περισσότερη δικαιοσύνη και κοινωνική προστασία.

· Η πρόκληση που έχουμε μπροστά μας είναι η υπεράσπιση και η υλοποίηση του στόχου της ισοκατανομής πλούτου και της ισχύος, καθώς και την προστασία μιας βιώσιμης οικολογικής ισορροπίας. Αυτό προϋποθέτει νέα συστήματα αξιών και νέους θεσμούς, απολύτως συμβατούς με την ιστορική παράδοση και πολιτική κουλτούρα των συνδικάτων και των συμφερόντων του κόσμου της εργασίας. Η βασική προτεραιότητα μας πρέπει να είναι η συσχέτιση του συστήματος των αξιών που υπερασπιζόμαστε και η σημασία του κοινωνικού διαλόγου με το όφελος της ίδιας της δημοκρατίας.

· Η οικονομική κρίση των τελευταίων ετών μας δίδαξε ότι η ποιότητα της δημοκρατίας είναι απολύτως εξαρτημένη από την κυρίαρχη ιδεολογία και τις κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις. Για όσο καιρό κυριαρχούσαν ιδέες και πολιτικές δυνάμεις που υπερασπίζονταν τον κοινωνικό διάλογο και την ανάγκη για κοινωνική συναίνεση, οι θεσμοί της αγοράς εργασίας και ο κοινωνικός διάλογος ήταν αποδεκτά. Ο συνδυασμός της κυριαρχίας του νεοφιλελευθερισμού και του πολιτικού λαϊκισμού ανέτρεψαν τα κοινωνικά και πολιτικά «κεκτημένα». Στην Ελλάδα, μία από τις πιο καταστροφικές ίσως συνέπειες των Μνημονίων με ανυπολόγιστες ακόμη συνέπειες στην ποιότητα της δημοκρατίας μας ήταν η κατάργηση του κοινωνικού διαλόγου.

· Η απάντηση των συνδικάτων στην νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση και στον τεχνολογικό ντετερμινισμό που επικαλούνται οι ελίτ για να περιοριστούν δικαιώματα και ελευθερίες πρέπει να είναι η αναβάθμιση της εργασίας και των συνδικάτων στην ενίσχυση της δημοκρατίας. Κάτι τέτοιο όμως προϋποθέτει πρωτίστως την αναβάθμιση του ρόλου της εργασίας και των συνδικάτων στην εμβάθυνση της οικονομικής δημοκρατίας με τη συμμετοχή τους σε νέα πεδία κοινωνικού διαλόγου για ευρύτερα ζητήματα οικονομικής πολιτικής και οικονομικών αποφάσεων. Αυτή είναι η μεγάλη πρόκληση για τα Συνδικάτα, η μετάβαση της εργασίας σε ένα νέο οικονομικό-τεχνολογικό παράδειγμα μέσω της διεύρυνσης των θεσμών συμμετοχής τους.