ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ ΓΣΕΕ

14/2/2007

ΑΔΙΕΞΟΔΗ ΚΑΙ ΑΝΤΙΚΟΙΝΩΝΙΚΗ Η ΣΥΝΤΑΓΗ ΤΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

Οι νεοφιλελεύθερες εμμονές της Τράπεζας της Ελλάδος να ενοχοποιούν το μισθολογικό κόστος για όλα τα προβλήματα της Ελληνικής Οικονομίας γίνονται ολοένα και πιο επικίνδυνες για την αναγκαία κοινωνική συνοχή, για την πραγματική ανάπτυξη, τη σύγκλιση με τους μισθούς, τις συντάξεις και τις κοινωνικές παροχές των χωρών-μελών της ΟΝΕ της Ε.Ένωσης.

Η ΓΣΕΕ διαφωνεί ριζικά με την προτεινόμενη οικονομική συνταγή λιτότητας και εξαθλίωσης των εργαζόμενων και συνταξιούχων, που δογματικά και μονότονα προτείνει η Τράπεζα της Ελλάδος προς την πολιτική εξουσία.

Σας κοινοποιούμε τις 5 πρώτες παρατηρήσεις-διαφωνίες μας, σύμφωνα με την επεξεργασία και τεκμηρίωση που έκανε το ΙΝΕ/ΓΣΕΕ.

 

5 σηµεία σχετικά µε τις αναφορές της χθεσινής έκθεσης της Τράπεζας της Ελλάδος στην σχέση κόστους εργασίας και ανταγωνιστικότητας.

 

Σηµείο 1. Η Τράπεζα της Ελλάδος υπολογίζει το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος µε τρόπο που το υπερεκτιμά συστηματικά.

Δεν γνωρίζουμε καμία άλλη κεντρική τράπεζα, στατιστική υπηρεσία, πανεπιστήμιο ή ερευνητικό κέντρο, το οποίο να υιοθετεί τον τρόπο υπολογισμού της ΤτΕ. Θεωρούμε, ότι αυτό δεν είναι τυχαίο καθώς ο εν λόγω υπολογισμός είναι μεροληπτικός και άστοχος (για την πλήρη αιτιολόγηση αυτού του ισχυρισμού, βλ. στην ετήσια έκθεση 2003 του ΙΝΕ για την οικονομία και την απασχόληση, σελίδες 119-120), 

Για τον λόγο αυτό θα χρησιμοποιήσουμε παρακάτω τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η οποία υπολογίζει το μοναδιαίο κόστος εργασίας µε τον κοινά αποδεκτό και επικυρωμένο τρόπο.

Σηµείο 2. Με βάση τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, το μοναδιαίο κόστος εργασί¬ας ανά μονάδα προϊόντος στην Ελλάδα, εκφρασμένο σε δολάρια και συγκρινόμενο µε το αντίστοιχο μέγεθος των 35 άλλων αναπτυγμένων χωρών του πλανήτη (λαμβανομένης υπόψη της γεωγραφικής και της κλαδικής κατανομής του εξωτερικού εμπορίου της Ελλάδας µε αυτές τις 35 χώρες) αυξήθηκε στην Ελλάδα, κατά την περίοδο 2000-2006, κατά 13,1%, έναντι 24,6% στην Ευρωπαϊκή Ένωση των 25 και 14,9% στην ΕΕ των 15 «παλαιών» και πιο προηγμένων χωρών µελών.

Σε σύγκριση µε τις χώρες που συγκλίνουν µε το επίπεδο ανάπτυξης των πιο αναπτυγμένων χωρών της Ευρώπης (εν προκειμένω την Ισπανία και την Πορτογαλία), οι αυξήσεις του μοναδιαίου κόστους εργασίας σε σύγκριση µε τις 35 βιομηχανικές χώρες, κατά το 2000-2006 ήταν παρόμοιες: 13,1% στην Ελλάδα, 12,0% στην Ισπανία και 14,0% στην Πορτογαλία.

Σηµείο 3. Παρά το γεγονός ότι το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος αυξήθηκε κατά το 2000-2006 περίπου εξίσου στην Ελλάδα, την Ισπανία και την Πορτογαλία, οι εξαγωγικές επιδόσεις της Ελλάδας ήταν σαφώς κατώτερες: η αύξηση του όγκου των εξαγωγών ανήλθε σε μόλις 13% έναντι 24,5% της Ισπανίας και 21,9% της Πορτογαλίας.

Το φαινόμενο αυτό δεν είναι καινούργιο και είχε επισημανθεί επανειλημμένα από το ΙΝΕ, ήδη από την δεκαετία του 1990, όταν τα μερίδια των δύο χωρών της Ιβηρικής χερσονήσου στις αγορές της ΕΕ αυξάνονταν ενώ της Ελλάδας μειωνόταν.

Θα πρέπει να συμπεράνουμε από αυτά ότι η μειωμένη ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας οφείλεται σε άλλους παράγοντες, πιο αποφασιστικής σημασίας από το μοναδιαίο κόστος εργασίας: πρώτον από τα περιθώρια κέρδους και δεύτερον από την διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα.

Σηµείο 4. Η αύξηση των περιθωρίων κέρδους έχει σημαντική ευθύνη για την επιδείνωση της ανταγωνιστικότητας τιμής.

Οι καταναλωτές, όταν προτιμούν ένα προϊόν έναντι ενός άλλου, δεν συγκρίνουν το κόστος εργασίας που χρειάστηκε για να παραχθεί μια μονάδα του ενός ή του άλλου προϊόντος, αλλά συγκρίνουν τις τιμές των προϊόντων. Η εξίσωση «κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος ίσον ανταγωνιστικότητα» αποκρύπτει, και μάλιστα επιμελώς, το γεγονός ότι η τιμή του προϊόντος καθορίζεται και από τα περιθώρια κέρδους.Κάλλιστα μπορεί το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος να παραμείνει αμετάβλητο και η τιμή να αυξηθεί επειδή η επιχείρηση αύξησε το περιθώριο κέρδους.

Οι επιχειρήσεις έχουν εθιστεί σε διαρκώς αυξανόμενα περιθώρια κέρδους και κάθε χρονιά θέτουν υψηλότερους στόχους, τους οποίους μάλιστα επιτυγχάνουν αυξάνοντας τις τιμές τους. Αυτό φαίνεται στους δείκτες περιθωρίων κέρδους και απόδοσης κεφαλαίου που έχουν επανέλθει στα επίπεδα της χρυσής εποχής της δεκαετίας του 1960 (µε βάση, και πάλι, τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής).

Η αύξηση των περιθωρίων κέρδους επιτυγχάνεται µε την συστηματική αύξηση της τιμής της προστιθέμενης αξίας περισσότερο από όσο αυξάνεται το μοναδιαίο κόστος εργασίας. Αυτό το φαινόμενο ισχύει και για τον κατεξοχήν εξαγωγικό τομέα της μεταποίησης, ενώ δεν συμβαίνει στους αντίστοιχους τομείς της Ισπανίας και της Πορτογαλίας.

Σηµείο 5. Η επιδείνωση της διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητας έχει, επίσης, σημαντική ευθύνη για την επιδείνωση της ανταγωνιστικότητας.

Η ελληνική οικονομία προσπαθεί στη διάρκεια της τελευταίας εικοσαετίας να βελτιώσει την ανταγωνιστικότητά της µέσω της μείωσης του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος, µε την ευθύνη των φορέων της οικονομικής πολιτικής και της μεγάλης πλειονότητας των εργοδοτών. Όμως, παρά την εντυπωσιακή μείωση του μεριδίου της εργασίας στο ΑΕΠ, η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας δεν επήλθε. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι δεν υπήρξε καμία συστηματική προσπάθεια για την βελτίωση της ποιότητας των προϊόντων, της εμπορίας τους, του γεωγραφικού προσανατολισμού των εξαγωγών, και των άλλων παραγόντων που αποκαλούμε «διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα».

Το ΙΝΕ είχε επίμονα τονίσει την σημασία αυτών των παραγόντων για την βελτίωση της ανταγωνιστικότητας, ήδη από τη δεκαετία του 1990, και έχει τεκμηριώσει επαρκώς την ανάγκη στροφής από την προσπάθεια βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας µέσω μείωσης του κόστους εργασίας στην βελτίωση των διαρθρωτικών παραγόντων της ανταγωνιστικότητας. Αυτό, ωστόσο, θα απαιτούσε και μια απόμακρη σχέση των φορέων της οικονομικής πολιτικής µε την νεοφιλελεύθερη αντίληψη της οικονομίας.

Συμπερασματικά: Σαφέστατα προκύπτει ότι η ασκούμενη οικονομική πολιτική, εκτός του ότι είναι κοινωνικά ανάλγητη με την ένταση της ανακατανομής του εισοδήματος σε βάρος της εργασίας, είναι οικονομικά εύθραυστη και αναπτυξιακά μη βιώσιμη.

Εξ΄αυτού προκύπτει η αναγκαιότητα μιας νέας οικονομικής πολιτικής και ενός νέου αναπτυξιακού μοντέλου για την ελληνική οικονομία, προσανατολισμένου στην ανάπτυξη, στο εισόδημα και στην απασχόληση.

ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΤΥΠΟΥ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ

ΚοινοποιήστεShare on Facebook
Facebook
Tweet about this on Twitter
Twitter
Share on LinkedIn
Linkedin
Email this to someone
email
Print this page
Print