ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΗΣ ΓΣΕΕ Γ.ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΥ ΣΤΟ 2ο ΠΑΝΕΥΡΩΠΑÏΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΗΣ ΓΣΕΒΕΕ ΜΕ ΤΙΤΛΟ «O ρόλος των κοινωνικών εταίρων στην εμβάθυνση της οικονομικής δημοκρατίας»

«O ρόλος των κοινωνικών εταίρων στην εμβάθυνση της οικονομικής δημοκρατίας»
Γιάννης Παναγόπουλος – Πρόεδρος ΓΣΕΕ
Ομιλία στο 2ο Πανευρωπαϊκό Συνέδριο της ΓΣΕΒΕΕ
8 ΜΑΡΤΙΟΥ 2018

Η ανάλυση του ρόλου των κοινωνικών εταίρων στην εμβάθυνση της οικονομικής δημοκρατίας έχει, κατά την άποψή μου, τρεις αλληλεξαρτώμενες διαστάσεις: Η πρώτη διάσταση αφορά τον σημερινό ρόλο των κοινωνικών εταίρων που προσδιορίζεται από τα πεδία του θεσμοθετημένου κοινωνικού διαλόγου. Τα πεδία αυτά οριοθετούν και τη συμβολή των κοινωνικών εταίρων στην οικονομική δημοκρατία.

Η δεύτερη διάσταση αφορά το ποιος θα έπρεπε να ήταν ο ρόλος των κοινωνικών εταίρων στην περαιτέρω εμβάθυνση της οικονομικής δημοκρατίας. Με άλλα λόγια, σε ποια πεδία αποφάσεων θα μπορούσαν να εμπλακούν οι κοινωνικοί εταίροι και να θεσμοθετήσουν τον κοινωνικό διάλογο ενισχύοντας την δημοκρατία στους μηχανισμούς λήψης οικονομικών και πολιτικών αποφάσεων.
Η τρίτη διάσταση αφορά τον ρόλο των κοινωνικών εταίρων και πόσο ευάλωτος είναι αυτός στο πλαίσιο της ευρύτερης λειτουργίας του πολιτικού συστήματος και της κυρίαρχης ιδεολογίας.
Τις τρεις αυτές διαστάσεις θα μπορούσαμε να τις εξετάσουμε τόσο στην περίπτωση της Ελλάδας, όσο και στην περίπτωση της ΕΕ. Ο περιορισμένος χρόνος της ομιλίας με αναγκάζει να σταθώ κυρίως στην περίπτωση της Ελλάδας, ωστόσο, ισχυρίζομαι εκ των προτέρων, ότι υπάρχουν σοβαρές αναλογίες με την ΕΕ, εφόσον το θέμα αυτό το προσεγγίσουμε από την οπτική των Συνδικάτων.
Θα ξεκινήσω από την πρώτη διάσταση, δηλαδή τον σημερινό ρόλο, τουλάχιστον στο θεωρητικό επίπεδο, των κοινωνικών εταίρων. Ο ρόλος αυτός θεμελιώνεται πάνω σε ένα συγκεκριμένο μοντέλο διαπραγμάτευσης. Η βασική ιδέα του μοντέλου αυτού αφορά το πότε μια καπιταλιστική οικονομία μπορεί να λειτουργεί πιο αποτελεσματικά. Όταν το κεφάλαιο και η εργασία μοιράζονται ίσα μερίδια διαπραγμάτευσης και υπερασπίζονται ελεύθερα τα συμφέροντα που εκπροσωπούν; ή όταν υπάρχει ταξική πόλωση και σύγκρουση;
Αν και η απάντηση δεν είναι αυτονόητη για όλους, ωστόσο, τις τελευταίες δεκαετίες κυριαρχεί η αυτονόητη υπεράσπιση του κοινωνικού διαλόγου. Αυτό θεωρείται και είναι μία μεγάλη κατάκτηση του ευρωπαϊκού πολιτισμού, όπου μέσω της θεσμοθέτησης μιας σειράς διαδικασιών οι αντιπροσωπευτικές οργανώσεις των μεγάλων κοινωνικών ομάδων, εργοδότες – εργαζόμενοι, εκφράζουν τα συμφέροντά τους και προσπαθούν να βρουν κοινές λύσεις. Το διαπραγματευτικό παίγνιο που έχει θεσμοθετηθεί μεταξύ κράτους – συνδικάτων και εργοδοτών αποτέλεσε την βάση της οικοδόμησης αυτού που ονομάζουμε και ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο, το οποίο θεωρείται ότι συνέβαλλε σημαντικά στην μεταπολεμική αύξηση της ευημερίας.

Ωστόσο, το συγκεκριμένο μοντέλο διαπραγμάτευσης αφορά ένα περιορισμένο πεδίο παρεμβάσεων, που, κυρίως, σχετίζονται με τον χώρο της παραγωγής και των εργασιακών σχέσεων. Ο κοινωνικός διάλογος, και η επιθυμητή και η επιδιωκόμενη κοινωνική συναίνεση, αφορούσε κυρίως ζητήματα όπως της ποιότητας των συνθηκών εργασίας, των αμοιβών και των επιδομάτων και της κοινωνικής ασφάλισης. Οι συσχετισμοί κοινωνικής και πολιτικής δύναμης διαμόρφωναν κάθε φορά ένα νέο status quo, το οποίο επηρέαζε, ως ένα βαθμό, το σύνολο της οικονομίας και τους όρους της πολιτικής αντιπαράθεσης.
Το όφελος της δημοκρατίας ήταν περισσότερο ποιοτικό, ήταν ο ίδιος ο κοινωνικός διάλογος, η ποιότητά του και η κάθε φορά επιτευχθείσα κοινωνική συναίνεση. Δεν ήταν ποσοτικά σημαντικό αυτό το όφελος, καθώς το πεδίο της οικονομικής δημοκρατίας ήταν περιορισμένο κυρίως στην αγορά εργασίας.
Η οικονομική κρίση των τελευταίων ετών μας δίδαξε ότι ούτε αυτό το όφελος για τη δημοκρατία δεν ήταν δεδομένο. Μας δίδαξε επίσης ότι το όποιο όφελος ήταν απολύτως εξαρτημένο από την κυρίαρχη ιδεολογία και τις κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις. Για όσο καιρό κυριαρχούσαν ιδέες και πολιτικές δυνάμεις που υπερασπίζονταν τον κοινωνικό διάλογο και την ανάγκη για κοινωνική συναίνεση, το μοντέλο αυτό διαπραγμάτευσης δούλεψε.
Οι ιδεολογικές και πολιτικές συνθήκες όμως άλλαξαν. Ο συνδυασμός της κυριαρχίας του νεοφιλελευθερισμού και του πολιτικού λαϊκισμού ανέτρεψαν τα μέχρι τότε κοινωνικά και πολιτικά «κεκτημένα». Το νέο φαινόμενο είναι έντονο και επικίνδυνο και στην Ελλάδα και στην ΕΕ.
Πιο συγκεκριμένα στην Ελλάδα, μία από τις πιο καταστροφικές ίσως συνέπειες των Μνημονίων με ανυπολόγιστες ακόμη συνέπειες στην ποιότητα της δημοκρατίας μας ήταν η, ουσιαστικά, κατάργηση του κοινωνικού διαλόγου. Οι ελληνικές κυβερνήσεις τα τελευταία οκτώ χρόνια συνδιαλέγονταν επίσημα μονάχα με τους δανειστές και άφησαν το χάσμα με την κοινωνία συνεχώς να μεγαλώνει. Η κατάσταση αυτή έχει πάρει εκρηκτική μορφή με την σημερινή κυβέρνηση τα τελευταία τρία χρόνια.

Γιατί συνέβη αυτό; Ποια ήταν η αιτία για το έλλειμμα εμπιστοσύνης που ξεκάθαρα υπήρξε μεταξύ των κυβερνήσεων και των κοινωνικών εταίρων, και κυρίως με τα συνδικάτα; Ήταν μια μικροκομματική αντίδραση για να μπορέσουν να περάσουν πιο εύκολα την πολιτική της λιτότητας; ή μήπως η κατάρρευση του κοινωνικού διαλόγου αποτυπώνει μια βαθύτερη μεταβολή που συνδέεται με την αυξανόμενη λαϊκίστικη πολιτική κουλτούρα στην χώρα μας και στην ΕΕ;

Η υποβάθμιση των θεσμοθετημένων δομών διαλόγου, η περιθωριοποίηση των θεσμικών κοινωνικών εταίρων, η αμοιβαία καχυποψία μεταξύ των κοινωνικών εταίρων ανέδειξαν πέραν των παθογενειών και των προβλημάτων
του τριμερούς κοινωνικού διαλόγου, και το έλλειμμα πολιτικής δέσμευσης στην δημοκρατία.

Ο ρόλος των κοινωνικών εταίρων και του θεσμοθετημένου κοινωνικού διαλόγου βρέθηκε στην διάρκεια της κρίσης κάτω από την ισχυρή επίδραση δύο δυνάμεων. Πρώτον, της ιδεολογικής δύναμης του νεοφιλελευθερισμού, που, στην μορφή των Μνημονίων, αφαίρεσε από τον κοινωνικό διάλογο το ίδιο το αντικείμενο του, καθώς η αγορά εργασίας θυσιάστηκε στο όνομα της ανταγωνιστικότητας. Δεύτερον, της πολιτικής δύναμης του λαϊκισμού, στις διάφορες εκδοχές του, που αφαίρεσε από την δημοκρατία τον θεσμό του κοινωνικού διαλόγου.

Ωστόσο, η ευκολία που έγιναν αυτά δημιουργεί ένα βαθύτερο προβληματισμό. Μήπως η ραγδαία υποβάθμιση του κοινωνικού διαλόγου στην διάρκεια της κρίσης θα μπορούσε να εξηγηθεί από την δεύτερη διάσταση του θέματος που σας ανέφερε στην αρχή της ομιλίας μου; Δηλαδή μήπως φτάσαμε σε αυτό το αποτέλεσμα εξαιτίας του θεσμοθετημένα περιορισμένου ρόλου των κοινωνικών εταίρων και του περιορισμένου εύρους της οικονομικής δημοκρατίας στην χώρας μας;

Στην ίδια λογική ποιος θα έπρεπε να ήταν ο ρόλος των κοινωνικών εταίρων που θα συνέβαλλε με ουσιαστικό τρόπο στην εμβάθυνση και στην ενίσχυση της δημοκρατίας; Μήπως έχει έρθει η στιγμή που πρέπει να συζητήσουμε την αλλαγή του μοντέλου διαπραγμάτευσης ώστε να αναβαθμιστεί ουσιαστικά ο τριμερής κοινωνικός διάλογος; Κάτι τέτοιο προϋποθέτει όμως εμβάθυνση της οικονομικής δημοκρατίας σε νέα πεδία κοινωνικού διαλόγου για ευρύτερα ζητήματα οικονομικής πολιτικής και οικονομικών αποφάσεων.

Αυτό συνεπάγεται την μετάβαση σε ένα νέο μοντέλο διαπραγμάτευσης όπου το αντικείμενο θα είναι όχι μόνο στοιχεία της αγοράς εργασίας, αλλά η ίδια η οικονομία στο σύνολό της. Τα δύο αυτά μοντέλα είναι αναγκαστικά αλληλοεξαρτώμενα γιατί εξηγούν πως οι κοινωνικοί εταίροι λειτουργούν ως μονάδες διαπραγμάτευσης μέσα στο οικονομικό σύστημα. Το πρώτο μοντέλο περιορίζεται αναπόφευκτα σε πεδία πολιτικής που αφορούν την αγορά εργασίας, όπως σε άμεσες, στοχευμένες και αποτελεσματικές πολιτικές για την αντιμετώπιση της υψηλής ανεργίας και της αδήλωτης-μαύρης εργασίας, της αποκατάστασης της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας και των κλαδικών ΣΣΕ, στον προσδιορισμό του κατώτατου μισθού.

Την ίδια στιγμή όμως το μοντέλο αυτό διαπραγμάτευσης θεσμικά περιορίζεται και δεν δίνει μεγάλη σημασία στην συνολική επίδοση της εθνικής οικονομίας, η οποία αφήνεται στα χέρια των κομμάτων και των θεσμών που ασκούν οικονομική πολιτική. Με τον τρόπο αυτό όμως αφήνουμε την διαχείριση της οικονομίας και την προστασία της δημοκρατίας στην κυρίαρχη ιδεολογία, στην άνοδο του λαϊκισμού και σε άτυπες διαδικασίες λήψης αποφάσεων που υπονομεύουν την δημοκρατική λειτουργία της χώρας και ενισχύουν συμπεριφορές και πρακτικές ολοκληρωτισμού.

Συνεπώς, η περαιτέρω «πολιτικοποίηση» του ρόλου των κοινωνικών εταίρων είναι ίσως αναπόφευκτη για την προστασία της δημοκρατίας. Η δημοκρατία μας συνεπώς χρειάζεται περισσότερη οικονομική δημοκρατία και αύξηση των πεδίων κοινωνικού διαλόγου που να καλύπτουν παρεμβάσεις στο εύρος του συνόλου της οικονομίας.
Οι κοινωνικοί εταίροι πρέπει να καθίσουν να συζητήσουν και να συμφωνήσουν για παράδειγμα:
 σε πολιτικές τιμών και μισθών συμβατών όχι μόνο με την μεταβολή της παραγωγικότητας, αλλά και με τον στόχο της πλήρους απασχόλησης.
 σε κανόνες προσδιορισμού της σχέσης μισθών-τιμών-κερδοφορίας.
 στους άξονες της βιομηχανικής ανασυγκρότησης, η οποία δεν μπορεί να πετύχει αν οι εργαζόμενοι δεν έχουν σημαντικό ρόλο σε αυτή.
 στο σχεδιασμό της μακροοικονομικής πολιτικής ώστε να εξυπηρετεί τον στόχο της δικαιότερης κατανομής της ευημερίας
 στη διάρθρωση των επενδύσεων και στο σχεδιασμό της χρηματοδότησης ώστε αυτή να εξυπηρετεί την πραγματική οικονομία
 στην εκπαίδευση και την κατάρτιση του εργατικού δυναμικού
 στις περιβαλλοντικές επιπτώσεις της παραγωγής,
 και σε άλλα πολλά πεδία.

Η διεύρυνση και η αναβάθμιση του ρόλου των κοινωνικών εταίρων είναι το μέσο για την ενίσχυση και της μεταξύ τους εμπιστοσύνης, και της εμπιστοσύνης με την εκάστοτε κυβέρνηση. Απαραίτητη προϋπόθεση για έναν παραγωγικό τριμερή κοινωνικό διάλογο είναι η αξιοπιστία όλων των πλευρών και η ειλικρινής και σταθερή συνεργασία τους. Η αποκατάσταση του πραγματικού και αποτελεσματικού τριμερούς διαλόγου είναι θεμελιακής σημασίας για την αποκατάσταση της αξιοπιστίας του ίδιου του κοινωνικού διαλόγου.
Καταλήγοντας λοιπόν, η απάντηση η δική μου στο ερώτημα των διοργανωτών της σημερινής συζήτησης που αφορά τον ρόλο των κοινωνικών εταίρων στην εμβάθυνση της οικονομικής δημοκρατίας είναι η εξής: Η αναβάθμιση του ρόλου των κοινωνικών εταίρων και η διεύρυνση των πεδίων του κοινωνικού διαλόγου είναι μονόδρομος για την χώρα μας, εφόσον θέλουμε να προστατεύσουμε την δημοκρατίας μας από τον λαϊκισμό και τον νεοφιλελευθερισμό. Η ανάπτυξη με ευημερία για τους πολλούς προϋποθέτει περισσότερη οικονομική δημοκρατία.

ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ